αἴνυμαι

αἴνυμαι
Grammatical information: v.
Meaning: `take, seize' (Il.)
Other forms: only pres.
Dialectal forms: Myc. PN ainumeno.
Compounds: ἔξ-αιτος `selected' (Il.)
Origin: IE [Indo-European] [10] *h₂ei-
Etymology: *αἶτος, which would be the base of αἰτέω, could agree with Av. aēta- m. `punishment' (from `the part that is due'?; cf. αἰτία). To Toch. B ai- `give' (A e-), Hitt. p-ai `give'; Frisk Indogermanica 8ff. Here also Lat. ae-mulus? (Frisk Eranos 41, 53). Skt. inóti? Further there are PN Aetor (Illyrian? Krahe Glotta 23, 112f.) and Aimos (Venet., Krahe ibid.). Cf. αἶσα, αἰτέω, αἰτία, δίαιτα.
Page in Frisk: 1,41

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αίνυμαι — αἴνυμαι (Α) (ποιητικό ρηματικό αποθεματικό) 1. βάζω χέρι σε κάτι, πιάνω, παίρνω, αφαιρώ 2. απολαμβάνω, χαίρομαι να τρώγω κάτι, τρέφομαι με κάτι 3. φρ. «πόθος μὲ αἴνυται» μέ καταλαμβάνει πόθος, ποθώ να... 4. στη Μυκηναϊκή η λ. μαρτυρείται έμμεσα… …   Dictionary of Greek

  • αἴνυμαι — take pres ind mid 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνύμεθα — αἴνυμαι take pres ind mid 1st pl (epic) αἴνυμαι take imperf ind mid 1st pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴνυσο — αἴνυμαι take pres imperat mid 2nd sg (epic) αἴνυμαι take imperf ind mid 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνυμένη — αἴνυμαι take pres part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνυμένην — αἴνυμαι take pres part mid fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνυμένου — αἴνυμαι take pres part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνυμένους — αἴνυμαι take pres part mid masc acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνυμένῳ — αἴνυμαι take pres part mid masc/neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνύμεναι — αἴνυμαι take pres part mid fem nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνύμενοι — αἴνυμαι take pres part mid masc nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.